Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Ο θαλασσινός.

22 γνώμες
Είχε τελειώσει το μεταπτυχιακό της και κατέβηκε στο νησί. Στους αγαπημένους παππούδες. Ήθελε να αποφορτίσει το μυαλό της, από τις προσπάθειες και τη μοναξιά του στόχου της. Να μυρίσει τα καλοκαίρια που πέρασε, την αγκαλιά της γιαγιάς που ανέδυε κανέλα και βανίλια. Ο παππούς την ξεχώριζε από όλα τα εγγόνια του, ήταν η μικρότερη του..
Μέλωσε η ψυχή της. Περπατούσε στα υψώματα, με τα χέρια στη ανάταση, όμοια με τα συναισθήματα της!
Δύο μέρες μετά, κατέβηκε στον κόλπο με τα γαλαζοπράσινα νερά, εκεί που έπαιζε με τα κουβαδάκια της και τα μαλλιά της ξάνθιζαν από τον ήλιο.. φώναζε η γιαγιά.. «θα σου έρτει καλό μου ηλίαση, έλα πίσω, σου έφτιαξα γεμιστά». Το δέλεαρ να γυρίσει.
Εκείνο τα απομεσήμερο τα βήματα της την έφεραν στον κόλπο που έκαναν μπάνιο. Κρατούσε ένα θαλασσόξυλο και σκάλιζε την άμμο.  Σηκώνοντας το βλέμμα τον είδε. Ο καπετά-Δημήτρης, ο φίλος του παππού, καθόταν σε μια χαμηλή καρέκλα και κοιτούσε ολόισια την θάλασσα. Με το καΐκι του, ανάστησε τέσσερα παιδιά. Πολλές φορές ο παππούς πήγαινε μαζί του. Ηταν φιλαδέλφια από τα νιάτα τους. Τον πλησίασε….
«Καπετάν Δημήτρη, τι κάνεις; Είμαι η Θεανώ, πώς να με γνωρίσεις τόσα χρόνια τώρα; Είσαι καλά;»
«Βρε καλώς το καμάρι μου! Τι χαρά μου έδωσες; Πάνε χρόνια που δεν σε είδα, μα τα νέα σου τα μάθαινα από τον παππού σου. Συγχαρητήρια κορίτσι μου!»
«Να καθίσω εδώ δίπλα σου;»
«Μη ρωτάς, είναι χαρά μου»
Του άγγιξε το ζαρωμένο χέρι και εκείνος με τη σειρά του την χάιδεψε, σαν να είδε ένα δάκρυ να στάζει στη γαλάζια φανέλα του…
«Θεανώ μου, τούτη δω τη θάλασσα, την είδα για πρώτη φορά στα δέκα τρία μου, σαν φύγαμε από το χωριό, το κρεμασμένο στην πλαγιά της Γκιώνας. Τη ζωγράφιζα στο σχολείο, στο μάθημα μα δεν την είχα δει. Πρώτη φορά στον Περαία , σαν μετακομίσαμε στο νησί της μάνας μου. Την ερωτεύτηκα! Έμαθα να κολυμπώ και να χάνομαι στην αγκαλιά της. Μόλις γύρισα από το στρατό πήρα την πρώτη βάρκα μου και ανοίχτηκα, να φέρνω τις ψαριές μου. Μήπως σε κουράζω μάτια μου;»
«Μα τι λες;  Από μικρή μου άρεσαν οι ιστορίες σου, τότε που ξεψαριάζαμε, θυμάσαι;»
Έγειρε το κεφάλι της στο χέρι του και κοιτούσαν το πρασινογάλαζο νερό.
«Την αγάπησα γιατί είναι μόρτισσα, νεράιδα, λικνίζεται,  σωπαίνει, ανατριχιάζει, φοβερίζει, προκαλεί, δεν είναι ποτέ ίδια! Σα γυναίκα μάγισσα, που σου παίρνει το μυαλό. Πιότερο και από την κυρά μου, την αγάπησα…»
Στο μέτωπο της έσταξε ένα δάκρυ, το άφησε να κυλίσει…
Της χάιδευε τα μακριά μαλλιά και το χέρι του έτρεμε..
«Τη βλέπεις Θεανώ; Την ακούς; Σήμερα η ανάσα της είναι απαλή σαν του μικρού παιδιού στην κούνια! Άλλες φορές με πλησιάζει, και ακουμπά στα γυμνά πόδια μου. Το χειμώνα βάζω την καρέκλα μου πέρα στα χαλίκια και η άτιμη πάντα με βρίσκει!»
«Το καΐκι τι απόγινε καπετάνιο;»  
«Το έχω στο μόλο. Το βάφουν, το καλαφατίζουν, και κάθε μεγάλη βδομάδα μένω εκεί. Το φροντίζουν τα παιδιά μου, να τα έχει καλά ο Θεός!»
Σταμάτησαν να μιλούν.. τα βλέμματα ίσα στο νερό, «χάιδευαν» τις ξέρες και τις φυκιάδες που ξέρναγε στην άμμο.
«Με τα χρόνια, ο κόσμος συνήθισε να με βλέπει χειμώνα, άνοιξες, καλοκαίρια, κάθε μέρα εδώ! Επτά χρόνια είναι τώρα που έχασα το φως μου, από το ζάχαρο…. Μα εγώ τη βλέπω!»
Και άλλο δάκρυ έσταξε…………………….