Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Βικτωρία [συνέχεια...]

30 γνώμες

Μετά από πολύ καιρό ανταμώσαμε με τη Βικτωρία. Με περίμενε, μια ζεστή μέρα, καθώς η Ανοιξη είχε αρχίσει να μας κλείνει το μάτι, πίσω από τη τζαμαρία της εισόδου, του γηροκομείου. Το χαμόγελο της, νεανικό και σπιρτόζικο πίσω από τις ρυτίδες.
-Καλώς όρισες, είπε και μου έσφιξε, στις παλάμες της τα χέρια μου. Σήμερα θέλω να βγούμε, να περπατήσουμε και να σου δείξω το σπίτι, που άφησα άθικτο. Η αδελφή μου είναι σε καλά χέρια.
Διασχίζοντας την αυλή με τις μυρωδιές από τις φορτωμένες νεραντζιές, βγήκαμε στον κατηφορικό δρόμο. Το πεζοδρόμιο στενό και τα αυτοκίνητα να στριγγλίζουν με την αποφορά της εξάτμισης. 
-Δεν είναι καλή ιδέα ο περίπατος γύρισε και μου είπε. Καλύτερα να πάρουμε μια κούρσα. [πόσο καιρό είχα ν’ ακούσω αυτή τη λέξη..]
Σταματήσαμε, σε μια μονοκατοικία στο Ν.Φάληρο. Δίπλα οι πολυκατοικίες, έμοιαζαν να θέλουν να τη πνίξουν.
Την βοήθησα να κατέβει και εκείνη με κίνηση κοκεταρίας ανασηκώθηκε.
Φτάσαμε στη σκουριασμένη αυλόπορτα, την έσυρε με το αδύνατο, ζαρωμένο χέρι της.  Τα δέντρα είχαν καρπίσει, οι τριανταφυλλιές τεράστιες, ένωναν το άρωμα τους με αυτό της αγγελικούλας..
Μέσα το σπίτι μοσχοβολούσε πράσινο σαπούνι. Η Μαριέττα το περιποιόταν , κατ’ εντολή της. 
Ένα σκηνικό μιας άλλης εποχής. Ανέγγιχτο στο πέρασμα του χρόνου.. καμιά «πινελιά» του σήμερα.
Αποσβολωμένη κοιτούσα, τα σκαλιστά έπιπλα, τα κεντίδια, τις τραβηγμένες δαντελωτές κουρτίνες, που άφηναν τις λιγοστές αχτίνες να εισχωρήσουν, σ’ ένα σκηνικό με πείσμα αρνούμενο το σήμερα.
Στο μαρμάρινο νεροχύτη, μια πήλινη  λεκάνη.. η βρύση μπρούτζινη.. το τραπεζομάντηλο υφασμάτινο σε πράσινο χρώμα και πάνω του σκαλιστά κρυστάλλινα μπιμπελό.
-Δεν ανέχτηκα το πλαστικό, ακόμα και τα μανταλάκια μου είναι ξύλινα, μου είπε γελώντας.
Στο σαλόνι σε μια γωνιά, δέσποζε μια  «κούκλα» μοδιστρικής. Είχαν στηρίξει κομμάτια χοντρού ξύλου, για να αποδοθούν τα χέρια ολάνοιχτα! Εκεί πάνω, στη γυναικεία, παράξενη φιγούρα, κρέμονταν ρούχα και στολίδια.
Πλησίασα. Χάιδευα τα φορεμένα της… τα βραχιόλια.. τα κολιέ.. το επιδέξια στερεωμένο βελούδινο καπέλο…
Από μέσα ένα βαρύ μαύρο παλτό. Φορέματα, βαριά,  σατινένιες ρόμπες, ένα γούνινο γιακά από αλεπού.. και όσο έφτανα προς τα έξω τα σκούρα χρώματα, έδιναν θέση στα φωτεινά. Όλα ανοιχτά να φαίνονται… στο τέλος καρφιτσωμένο  στη δεξιά πλευρά ένα  μακρύ διάφανο νυχτικό..
Με παρατηρούσε καθισμένη στην πολυθρόνα της, βουβή. Με άφηνε να απορώ και να ανασκαλεύω..
Σηκώθηκε και έφερε ένα ασημένιο δίσκο, με δύο ποτήρια λικέρ.
-Ελα στην υγειά μας! Εδώ έζησα από το ’60. Είδα την αντιπαροχή, να σαρώνει τα πάντα. Αντιστάθηκα, έτσι παράταιρη. Από τη πίσω αυλή έβλεπα τους ακάλυπτους, να εδώ, βλέπεις;
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι.
Και τι βλέπεις; Εγκλωβισμένους κατάδικους, που βγαίνουν ν’ απλώσουν, να τινάξουν,  να ταΐσουν τα μικρά, που έμαθαν να ζουν με κάγκελα. Με τα χρόνια το λευκό, γκριζάρισε.. οι γλάστρες ανήλιαγες, δεν έχουν το κουράγιο ν’ ανθίσουν. Μυρίζει μόνο κουζινίλα. Φωνές, καυγάδες, μαθαίνεις τα νέα τους και δεν τους έχεις προσέξει ποτέ. Δεν βλέπεις πρόσωπα, μόνο παντόφλες και πόδια που σέρνονται, να αδειάζουν τ΄ αποφάγια στους σκουπιδοτενεκέδες.  
-Αντε στην υγειά μας! Ελπίζω και εγώ πως θα ζήσω πολύ, είπε και ξεκαρδίστηκε.
Συνέχισα να κοιτάζω τη κούκλα…
-Σε έφερα εδώ, να σου πω κομμάτια της ζωής μου. Θέλω να σκαρώσεις ένα βιβλίο, με όσα σου πω και ας μη προλάβω να το δω… όποτε θέλεις κάνε το. Αυτή η κούκλα, είναι η ζωή μου ανάποδα! Αρχίζει με το νυχτικό του γάμου μου και τελειώνει με το βαρύ παλτό του χρόνου, που βιάζεται να με ξαποστείλει! Αντε στην υγειά μας!